Cardiotocography – NST (Non-Stress Test) is a common prenatal test used to assess the health of the fetus. During this examination, accelerations of the fetal heart rate following fetal movements are evaluated (approximately four to six fetal movements are monitored), as well as the variability of the heart rate. NST is also used to record uterine contractions.
With cardiotocography, the fetus is monitored throughout labor, and therefore, you should be aware that a similar machine will be placed next to you during childbirth.
Normally, in healthy fetuses, the heart rate accelerates or increases in response to fetal movements triggered by various stimuli. However, conditions such as fetal hypoxia — when the fetus does not receive adequate oxygen — can disrupt this response.
Your doctor or midwife may recommend cardiotocography after 28–32 weeks of pregnancy if you have:
Your doctor or midwife may also recommend that you undergo NST after 35 weeks of pregnancy, once or twice a week — and occasionally daily — depending on your health and the health of your baby.
Typically, cardiotocography lasts 20–25 minutes. However, if your baby is not active or is sleeping, the NST may need to be extended for an additional 20–25 minutes — with the expectation that your baby will become active — to ensure correct and accurate results.
After the procedure, once the NST is completed, the results are evaluated by your doctor or midwife.
Before 32 weeks of pregnancy, the results are considered normal if your baby’s heart rate accelerates to a certain level above the baseline two or more times, each lasting at least 10 seconds, within a 20-minute recording.
After 32 weeks of pregnancy, the results are considered normal if your baby’s heart rate accelerates to a certain level above the baseline two or more times, each lasting at least 15 seconds, within a 20-minute recording.
Sometimes, during a cardiotocography examination, abnormalities in the fetal heart rate may be detected, requiring further monitoring or treatment.
Possible causes of an abnormal (non-reassuring) result — apart from the fetus possibly being asleep — include reduced oxygen supply to the fetus (fetal hypoxia), maternal smoking, systemic use of certain medications by the mother, as well as underlying neurological or cardiac abnormalities in the fetus.
A biophysical profile combines the NST with a detailed fetal ultrasound that evaluates your baby’s breathing movements, gross body movements, muscle tone, and the amount of amniotic fluid. Additionally, Doppler assessment (PI) is performed to evaluate blood flow in both uterine arteries, the middle cerebral artery, and the umbilical cord.
Η εξέταση γίνεται στο ιατρείο ή στο μαιευτήριο και δεν χρειάζεται καμία παρέμβαση. Ξαπλώνετε σε ημικαθιστή θέση ή ελαφρώς στο αριστερό πλευρό, ώστε η μήτρα να μην πιέζει τις μεγάλες φλέβες της κοιλιάς.
Θα ακούτε τον παλμό του μωρού σε όλη τη διάρκεια. Αν ο ήχος χαθεί για λίγα δευτερόλεπτα, συνήθως το μωρό απλώς άλλαξε θέση και ο αισθητήρας χρειάζεται μια μικρή μετακίνηση.
Οι επιταχύνσεις είναι το πιο γνωστό κριτήριο, αλλά η πλήρης ερμηνεία ενός καρδιοτοκογραφήματος στηρίζεται σε τέσσερα στοιχεία:
Κανένα από αυτά δεν διαβάζεται μεμονωμένα. Ο γιατρός συνδυάζει την καμπύλη με την ηλικία κύησης, το ιστορικό σας και τα υπόλοιπα ευρήματα.
Η κάτω καμπύλη του καρδιοτοκογραφήματος προκαλεί συχνά ανησυχία, ειδικά όταν εμφανίζονται «κύματα» χωρίς να νιώθετε πόνο. Ο τοκοδυναμόμετρος καταγράφει πόσο συχνά έρχονται οι συσπάσεις και πόσο διαρκούν. Δεν μετρά με ακρίβεια την έντασή τους, γιατί η ένδειξη εξαρτάται από το πόσο σφιχτά είναι η ζώνη και από το πάχος του κοιλιακού τοιχώματος.
Στο τρίτο τρίμηνο είναι πολύ συχνές οι συσπάσεις Braxton Hicks: ακανόνιστες, συνήθως ανώδυνες, που υποχωρούν με ξεκούραση ή αλλαγή θέσης. Ο τοκετός ξεκινά όταν οι συσπάσεις γίνονται τακτικές, πυκνώνουν, δυναμώνουν και αλλάζουν τον τράχηλο.
Το NST δεν μπορεί να πει αν ο τράχηλος ανοίγει. Αν υπάρχει υποψία πρόωρου τοκετού, χρειάζεται κολπική εξέταση ή μέτρηση του μήκους του τραχήλου με διακολπικό υπερηχογράφημα. Αντίστοιχα, μια καταγραφή χωρίς συσπάσεις δεν αποκλείει ότι ο τοκετός θα ξεκινήσει τις επόμενες ημέρες.
Κατά τον τοκετό η παρακολούθηση του εμβρύου δεν γίνεται με τον ίδιο τρόπο σε όλες τις γυναίκες. Οι οδηγίες του NICE προτείνουν, για υγιείς γυναίκες με απλή κύηση χωρίς παράγοντες κινδύνου, διακοπτόμενη ακρόαση του παλμού σε τακτά διαστήματα. Η συνεχής καρδιοτοκογραφία προτιμάται όταν υπάρχουν λόγοι για στενότερη επιτήρηση, για παράδειγμα:
Η καταγραφή κατατάσσεται συνήθως σε τρεις κατηγορίες, φυσιολογική, ύποπτη ή παθολογική, με βάση τα κριτήρια της FIGO ή του NICE. Μια ύποπτη καταγραφή οδηγεί σε απλές διορθωτικές κινήσεις, όπως αλλαγή θέσης, ενυδάτωση ή μείωση της ωκυτοκίνης. Αν το σήμα από την κοιλιά είναι κακής ποιότητας και οι μεμβράνες έχουν ραγεί, μπορεί να τοποθετηθεί ένα μικρό ηλεκτρόδιο στο τριχωτό της κεφαλής του μωρού για πιο αξιόπιστη καταγραφή.
Ένα μη αντιδραστικό αποτέλεσμα δεν σημαίνει αυτόματα πρόβλημα, ούτε σημαίνει άμεσο τοκετό. Ακολουθεί μια λογική σειρά βημάτων:
Η απόφαση για την επόμενη κίνηση εξαρτάται πάντα από την ηλικία κύησης. Στις 39 εβδομάδες ο γιατρός θα σκεφτεί διαφορετικά από ό,τι στις 31.
Χρησιμοποιείται μηχάνημα με δύο κανάλια, ώστε να καταγράφονται ταυτόχρονα και ξεχωριστά οι παλμοί κάθε εμβρύου. Ο γιατρός επιβεβαιώνει με υπερηχογράφημα ότι οι δύο αισθητήρες «ακούν» διαφορετικά μωρά και όχι το ίδιο δύο φορές.
Πριν από την 32η εβδομάδα το νευρικό σύστημα είναι λιγότερο ώριμο. Οι επιταχύνσεις είναι μικρότερες και η μεταβλητότητα συχνά χαμηλότερη, γι’ αυτό εφαρμόζονται πιο χαλαρά κριτήρια.
Το σήμα μπορεί να χάνεται πιο συχνά και η καταγραφή να έχει κενά. Συχνά βοηθά η αλλαγή θέσης ή η χρήση υπερηχογραφήματος για επιβεβαίωση.
Σε όλες τις περιπτώσεις υπάρχει ένας κίνδυνος που ελέγχεται εύκολα: το μηχάνημα να καταγράφει κατά λάθος τον παλμό της μητέρας. Γι’ αυτό ο γιατρός ή η μαία συγκρίνει την ένδειξη με τον δικό σας σφυγμό.
Το προγραμματισμένο NST καλύπτει τις κυήσεις με γνωστό παράγοντα κινδύνου. Υπάρχουν όμως συμπτώματα που απαιτούν καταγραφή την ίδια ημέρα, ανεξάρτητα από το πότε είναι το επόμενο ραντεβού σας:
Σε γυναίκες με gestational diabetes που χρειάζεται ινσουλίνη, η τακτική καταγραφή στο τελευταίο διάστημα της κύησης είναι συνήθως μέρος του προγράμματος παρακολούθησης. Αν δεν είστε σίγουρη αν ένα σύμπτωμα είναι σοβαρό, επικοινωνήστε με τον γυναικολόγο σας. Μια καταγραφή που δεν χρειαζόταν δεν βλάπτει κανέναν.
Συνήθως από την 36η με 37η εβδομάδα σε κυήσεις χαμηλού κινδύνου, και νωρίτερα όταν υπάρχει ένδειξη.
Περίπου 20 έως 40 λεπτά.
Ότι στον χρόνο της καταγραφής δεν εμφανίστηκαν οι αναμενόμενες επιταχύνσεις των παλμών. Συχνά το έμβρυο απλώς κοιμάται. Η εξέταση παρατείνεται ή συμπληρώνεται με βιοφυσικό προφίλ.
Όχι. Ένα ελαφρύ γεύμα πριν βοηθά, γιατί το μωρό είναι πιο δραστήριο.
Ναι, είναι απολύτως ακίνδυνο για τη μητέρα και το έμβρυο.
Ο αισθητήρας στοχεύει σε ένα μικρό σημείο. Όταν το μωρό αλλάζει θέση ή εσείς μετακινείστε, ο παλμός μπορεί να χαθεί για λίγα δευτερόλεπτα. Δεν είναι ανησυχητικό. Η μαία απλώς επανατοποθετεί τον αισθητήρα και η καταγραφή συνεχίζεται.
Όχι απαραίτητα. Στο τρίτο τρίμηνο είναι συχνές οι ακανόνιστες συσπάσεις Braxton Hicks. Ο τοκετός ξεκινά όταν οι συσπάσεις γίνονται τακτικές, επώδυνες και αλλάζουν τον τράχηλο, κάτι που εκτιμάται με εξέταση και όχι από την καμπύλη.
Ναι. Κρατήστε το μαζί με τις υπόλοιπες εξετάσεις της κύησης. Αν χρειαστεί να επισκεφθείτε το μαιευτήριο, η σύγκριση με προηγούμενη καταγραφή βοηθά τους γιατρούς να εκτιμήσουν γρηγορότερα την κατάσταση.
Όχι. Η συσκευή ακούει μόνο τον παλμό για λίγα δευτερόλεπτα και δεν δείχνει μεταβλητότητα, επιταχύνσεις ή επιβραδύνσεις. Μπορεί επίσης να καθησυχάσει ψευδώς, αν πιάσει τον δικό σας σφυγμό. Σε μείωση κινήσεων χρειάζεται πάντα κανονική καταγραφή.