Το υπερηχογράφημα Β’ Επιπέδου πραγματοποιείται μεταξύ 20ης και 24ης εβδομάδας κύησης, με προτεινόμενη ηλικία κύησης την 21η – 22η εβδομάδα κι αποτελεί τη σημαντικότερη εξέταση του β’ τριμήνου της κύησης. Στόχος της είναι να αποκλειστούν οι μακροσκοπικές ανατομικές ανωμαλίες και να ελεγχθεί μια σειρά από συγκεκριμένα ευρήματα (δείκτες), τα οποία απαντώνται συχνότερα σε έμβρυα με χρωμοσωμικές ανωμαλίες. Γίνονται μετρήσεις για τον υπολογισμό του βάρους και τον έλεγχο της ανάπτυξης του εμβρύου και εξετάζεται λεπτομερώς η ανατομία του εμβρύου για συγγενείς ανωμαλίες.
Με το υπερηχογράφημα Β’ επιπέδου ελέγχονται αναλυτικά το κρανίο, ο εγκέφαλος, το πρόσωπο, η σπονδυλική στήλη, ο θώρακας, οι πνεύμονες, η καρδιά, η κοιλιά, το έντερο, οι νεφροί, η ουροδόχος κύστη, τα άνω και τα κάτω άκρα. Καθορίζεται η θέση του πλακούντα και ελέγχεται η ποσότητα του αμνιακού υγρού.
Ελέγχονται ακόμα εννέα (9) δείκτες για πιθανές χρωμοσωμικές ανωμαλίες. Τα ευρήματα συνεκτιμώνται με τα τελικά αποτελέσματα από το υπερηχογράφημα της αυχενικής διαφάνειας.
Η ανίχνευση πιθανού προβλήματος στην ανατομία του εμβρύου, η εξέταση των ελασσόνων ανωμαλιών ή δεικτών για χρωμοσωμικές ανωμαλίες, ο προσδιορισμός του κινδύνου πρόωρου τοκετού, προεκλαμψίας και υπολειπόμενης σωματικής ανάπτυξης του εμβρύου
Η διαγνωστική αξία της εξέτασης για σοβαρές συγγενείς ανωμαλίες ανέρχεται διεθνώς στο 75% περίπου. Αυτό σημαίνει ότι ένα φυσιολογικό υπερηχογράφημα Β’ επιπέδου, όσο αναλυτικό και πλήρες κι αν είναι, καθησυχάζει μεν το ζευγάρι και τον θεράποντα ιατρό σημαντικά αλλά δεν μπορεί να αποκλείσει το σύνολο των ανωμαλιών, ούτε να εγγυηθεί τη γέννηση ενός φυσιολογικού μωρού.
Τα αποτελέσματα από την εξέταση θα τα συζητήσετε με τον Ειδικό στην Εμβρυομητρική Ιατρική, για να διευκρινίσετε κάθε απορία που πιθανόν να έχετε και να σας δοθούν περαιτέρω πληροφορίες και οδηγίες αντιμετώπισης τυχόν προβλημάτων.
Είναι η πιο σημαντική και αναλυτική υπερηχογραφική εξέταση στα πλαίσια του προγεννητικού ελέγχου, συνεπώς το υπερηχογράφημα Β´επιπέδου συστήνεται να γίνεται σε όλες τις εγκύους.
Ο έλεγχος της ανατομίας του εμβρύου γίνεται κατά συστήματα, καλύπτοντας όλα τα ζωτικά όργανα, εξετάζονται αναλυτικά :
Η φυσιολογική οστική πυκνότητα και το σχήμα του κρανίου, τα ημισφαίρια του εγκεφάλου, οι κοιλίες και η παρεγκεφαλίδα, οι φακοί των ματιών, η μύτη , η άνω και κάτω γνάθος, η γλώσσα, ο φάρυγγας, τα χείλη και το προφίλ του προσώπου, η κυρτότητα, το σχήμα, η οστική πυκνότητα της σπονδυλικής στήλης και των λαγονίων οστών, ο αυχένας, ο θώρακας και οι πνεύμονες, η ανατομία της καρδιάς, το κοιλιακό τοίχωμα, η είσοδος του ομφαλίου λώρου, το γαστρεντερικό σύστημα, το σχήμα και η θέση του στομάχου, τα νεφρά, η ουροδόχος κύστη και τα γεννητικά όργανα, το σχήμα και η οστική πυκνότητα του βραχιονίου οστού, της κερκίδας, της ωλένης, του μηριαίου, της κνήμης και της περόνης, οι παλάμες, τα δάκτυλα και τα πέλματα.
Κατά την εξέταση μπορεί να χρησιμοποιηθούν προηγμένες τεχνικές απεικόνισης, για βελτίωση της ικανότητας ανίχνευσης πιθανών ανατομικών βλαβών. Έτσι, μεταξύ των άλλων πραγματοποιείται σάρωση (MRI technique) του εγκεφάλου και πολυεπίπεδες τομές της καρδιάς και των μεγάλων αγγείων του θώρακα με την χρήση τρισδιάστατης απεικόνισης (3D-TUI). Παρ’όλα αυτά, θα πρέπει να γνωρίζετε ότι ένα φυσιολογικό υπερηχογράφημα δεν μπορεί να αποκλείσει την ύπαρξη ανατομικών ανωμαλιών, αλλά όσο πιο λεπτομερής είναι ο έλεγχος, τόσο μικρότερη είναι η πιθανότητα ύπαρξής τους. Η εξέταση πραγματοποιείται λαμβάνοντας συγκεκριμένες υπερηχογραφικές τομές, όπως αυτές καθορίζονται από τα αντίστοιχα πρωτόκολλα του Fetal Medicine Foundation–FMF και της ISUOG, οι οποίες έχει αποδειχθεί ότι εμφανίζουν την υψηλότερη ευαισθησία στην ανίχνευση πιθανών ανωμαλιών του εμβρύου
Κατά την διάρκεια του υπερηχογραφήματος Β΄ επιπέδου εξετάζονται οι δείκτες για χρωμοσωμικές ανωμαλίες.
Οι κυριότεροι από αυτούς είναι:
Η ύπαρξη ενός ή περισσοτέρων δεικτών συνήθως δεν συνιστά από μόνη της πρόβλημα, αυξάνει όμως σημαντικά την πιθανότητα να πάσχει το έμβρυο από κάποια χρωμοσωμική ανωμαλία. Αξίζει εδώ να τονιστεί ότι το υπερηχογράφημα Β΄ επιπέδου έχει χαμηλή ευαισθησία ανίχνευσης χρωμοσωμικών ανωμαλιών, καθώς το 40% των παιδιών με σύνδρομο Down εμφανίζονται φυσιολογικά κατά την εξέταση αυτή.
Η ανίχνευση των χρωμοσωμικών ανωμαλιών γίνεται κυρίως με τον υπερηχογραφικό έλεγχο των 11-14 εβδομάδων (αυχενική διαφάνεια) με ευαισθησία της τάξεως του 93 – 95%. Οι διάφοροι υπερηχογραφικοί δείκτες του Β΄ επιπέδου θεωρούνται «ελάσσονες» και, αν είναι παρόντες, χρησιμοποιούνται για τον επαναπροσδιορισμό των πιθανοτήτων για χρωμοσωμικές ανωμαλίες, όπως αυτές προσδιορίστηκαν στο Α΄ τρίμηνο. Εξετάζεται επίσης ο τράχηλος της μήτρας και η ροή του αίματος στις μητριαίες αρτηρίες. Με τον τρόπο αυτό προσδιορίζεται εξατομικευμένα ο κίνδυνος πρόωρου τοκετού, προεκλαμψίας και υπολειπόμενης σωματικής ανάπτυξης του εμβρύου.
Εάν στον αναλυτικό ανατομικό έλεγχο του εμβρύου εντοπιστούν δομικές ανωμαλίες, η σημασία των ευρημάτων θα συζητηθεί και οι υποψήφιοι γονείς έχουν την ευκαιρία για περαιτέρω παροχή συμβουλών και καθοδήγησης. Περαιτέρω διαγνωστικές εξετάσεις, συμπεριλαμβανομένου του NIPD test και επεμβατικές εξετάσεις όπως αμνιοπαρακέντηση μπορούν επίσης να πραγματοποιηθούν.
Μια μέτριας πλήρωσης κύστη είναι αρκετή για την τέλεση του διακοιλιακού υπερηχογραφήματος, ενώ σκόπιμο κρίνεται να έχετε φάει κάτι ελαφρύ πριν το καθορισμένο ραντεβού σας.
Η Β’ επιπέδου συστήνεται σε ΟΛΕΣ τις κυήσεις, ανεξάρτητα από την ηλικία της επιτόκου. Στις επιπλέον ενδείξεις περιλαμβάνονται, προηγούμενη εγκυμοσύνη με ανατομική ή γενετική ανωμαλία, υποψία για εμβρυϊκή ανωμαλία στην τρέχουσα εγκυμοσύνη , γνωστή διαταραχή ανάπτυξης του εμβρύου, είτε άλλη δυνητική επιπλοκή που ενδεχομένως επηρεάζει το έμβρυο (π.χ. συγγενής λοίμωξη) . Σε αυτές τις ενδείξεις, η αξιολόγηση του εμβρύου μπορεί να απαιτεί περαιτέρω εξέταση της ανατομίας ή της καρδιάς του εμβρύου, συγκριτικά με την τυποποιημένη εμβρυϊκή εξέταση του Β’ επιπέδου.
Θα πρέπει να αποσαφηνιστεί ότι ο μοναδικός τρόπος σήμερα, να διαγνώσουμε ή να αποκλείσουμε με βεβαιότητα τις χρωμοσωμικές ανωμαλίες είναι μέσα από επεμβατικές προγεννητικές διαδικασίες (αμνιοπαρακέντηση ή λήψη τροφοβλάστης), οι οποίες διενεργούνται κάτω από συγκεκριμένες ενδείξεις είτε μετά από επιθυμία της ίδιας της μητέρας. Ως εκ τούτου, ένα φυσιολογικό υπερηχογράφημα Β’ επιπέδου μολονότι αποτελεί καθησυχαστικό στοιχείο, δεν εξασφαλίζει τη γέννηση ενός υγιούς παιδιού.
Οι συγγενείς καρδιοπάθειες είναι οι συχνότερες σοβαρές ανατομικές ανωμαλίες στα νεογνά και ταυτόχρονα από τις πιο απαιτητικές να εντοπιστούν προγεννητικά. Γι’ αυτό η καρδιά εξετάζεται με συγκεκριμένη σειρά τομών:
Η προγεννητική διάγνωση μιας σοβαρής καρδιοπάθειας επιτρέπει να γίνει ο τοκετός σε κέντρο με παιδοκαρδιολόγο και καρδιοχειρουργό, κάτι που βελτιώνει την πορεία του νεογνού. Όταν υπάρχει ένδειξη, όπως καρδιοπάθεια σε γονιό ή προηγούμενο παιδί, προϋπάρχων διαβήτης ή αυξημένη αυχενική διαφάνεια, ακολουθεί ξεχωριστό εμβρυϊκό υπερηχοκαρδιογράφημα.
Η ανακοίνωση ενός «δείκτη» στο υπερηχογράφημα Β επιπέδου προκαλεί συχνά μεγάλη ανησυχία. Η σημασία του όμως εξαρτάται κυρίως από τον κίνδυνο που είχε ήδη υπολογιστεί στο πρώτο τρίμηνο και από το αν ο δείκτης είναι μεμονωμένος.
Ζητήστε από τον γιατρό να σας εξηγήσει πώς αλλάζει ο αριθμητικός σας κίνδυνος. Ένας δείκτης δεν είναι διάγνωση.
Στο ίδιο ραντεβού μπορεί να μετρηθεί το μήκος του τραχήλου της μήτρας, συνήθως με διακολπικό υπερηχογράφημα, που δίνει την πιο ακριβή τιμή. Ένας βραχύς τράχηλος, κάτω από 25 χιλιοστά πριν από την 24η εβδομάδα, συνδέεται με αυξημένο κίνδυνο πρόωρου τοκετού.
Το εύρημα αυτό είναι χρήσιμο γιατί υπάρχει αποτελεσματική παρέμβαση. Σε γυναίκες με βραχύ τράχηλο χωρίς ιστορικό πρόωρου τοκετού, η κολπική προγεστερόνη μειώνει τον κίνδυνο. Σε γυναίκες με προηγούμενο πρόωρο τοκετό ή αποβολή δευτέρου τριμήνου μπορεί να συζητηθεί η περίδεση τραχήλου. Η μέτρηση δεν πονάει και διαρκεί λίγα λεπτά.
Η ποιότητα της εξέτασης δεν εξαρτάται μόνο από το μηχάνημα και τον εξεταστή. Το ίδιο το μωρό και οι συνθήκες της κύησης παίζουν ρόλο.
Σε αυτές τις περιπτώσεις είναι προτιμότερο να ολοκληρωθεί ο έλεγχος σε δεύτερο ραντεβού μία με δύο εβδομάδες αργότερα, παρά να χαρακτηριστεί πλήρης μια εξέταση με κενά. Η επανάληψη δεν σημαίνει ότι υπάρχει πρόβλημα. Σημαίνει ότι κάποιες δομές δεν φάνηκαν με την απαιτούμενη ακρίβεια.
Οι εικόνες 3D και 4D του προσώπου του μωρού είναι συχνά η πιο συγκινητική στιγμή της εξέτασης. Ιατρικά όμως η διάγνωση στηρίζεται σχεδόν εξ ολοκλήρου στις κλασικές δισδιάστατες τομές.
Η τρισδιάστατη απεικόνιση έχει πραγματική διαγνωστική αξία σε συγκεκριμένα ερωτήματα, όπως η εκτίμηση της έκτασης μιας σχιστίας του χείλους, οι σκελετικές δυσπλασίες ή η απεικόνιση ορισμένων ανωμαλιών της σπονδυλικής στήλης. Χρησιμοποιείται επίσης για πολυεπίπεδη ανάλυση της καρδιάς.
Η αρχή που ακολουθείται διεθνώς είναι ο χρόνος έκθεσης να είναι όσο χαμηλός χρειάζεται για ιατρικούς λόγους. Γι’ αυτό οι εικόνες «ενθύμιο» γίνονται για λίγα λεπτά, εφόσον το επιτρέπει η θέση του μωρού και αφού ολοκληρωθεί ο ιατρικός έλεγχος.
Αν η εξέταση είναι φυσιολογική, ο επόμενος υπερηχογραφικός έλεγχος γίνεται συνήθως στις 30 με 34 εβδομάδες, για εκτίμηση της ανάπτυξης, του αμνιακού υγρού και της αιμάτωσης με Doppler. Δείτε όλο το πρόγραμμα στη σελίδα για τους μαιευτικούς υπερήχους στην εγκυμοσύνη.
Αν εντοπιστεί εύρημα, θα σας προταθεί ένα εξατομικευμένο σχέδιο: επανέλεγχος, εμβρυϊκό υπερηχοκαρδιογράφημα, γενετικός έλεγχος ή συνάντηση με παιδίατρο ειδικότητας, ώστε να ξέρετε από πριν τι σημαίνει το εύρημα για το μωρό μετά τη γέννηση. Κρατήστε την έκθεση και τις εικόνες στον φάκελο της κύησης και φέρτε τις στο μαιευτήριο.
Η εξέταση ερμηνεύεται καλύτερα όταν ο γιατρός έχει μπροστά του όλη την εικόνα της κύησης.
Ανάμεσα στην 20ή και την 24η εβδομάδα.
Περίπου 30 με 45 λεπτά, ανάλογα με τη θέση του εμβρύου.
Στις περισσότερες περιπτώσεις ναι, εφόσον το επιτρέπει η θέση του μωρού.
Όχι. Εντοπίζει τις περισσότερες μείζονες ανατομικές ανωμαλίες, αλλά ορισμένες εμφανίζονται αργότερα ή δεν φαίνονται υπερηχογραφικά.
Όχι, δεν χρειάζεται γεμάτη κύστη ούτε νηστεία.
Ναι, και εξακολουθεί να έχει αξία. Όσο όμως μεγαλώνει το έμβρυο, τα οστά του κρανίου και της σπονδυλικής στήλης σκληραίνουν και ορισμένες δομές φαίνονται πιο δύσκολα. Επιπλέον μένει λιγότερος χρόνος για περαιτέρω διερεύνηση, αν χρειαστεί.
Ναι. Το διαγνωστικό υπερηχογράφημα χρησιμοποιείται εδώ και δεκαετίες στην κύηση χωρίς να έχει τεκμηριωθεί βλάβη. Οι ρυθμίσεις του μηχανήματος και ο χρόνος έκθεσης περιορίζονται σε όσα χρειάζονται για την ιατρική πληροφορία.
Συνήθως ναι, και πολλά ζευγάρια το προτιμούν. Η παρουσία του συντρόφου βοηθά και στη συζήτηση των αποτελεσμάτων, ιδίως αν χρειαστεί να ληφθεί κάποια απόφαση για περαιτέρω εξετάσεις.